Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Δευτέρα, 25 Μάρτιος 2013 08:47

Υψηλά κέρδη υπόσχονται γκότζι μπέρι και φραγκοστάφυλο

Δύο φρούτα που μπορεί ναγκοτζι μην ανήκουν στις καθημερινές διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων, αλλά έχουν ζήτηση σε βιομηχανίες μεταποίησης, εμφανίζουν ικανοποιητικές προοπτικές ανάπτυξης με ελκυστικές αποδόσεις, συνιστώντας μία ακόμη πρόταση για εναλλακτική ενασχόληση με τον πρωτογενή τομέα.

Ο λόγος για το γκότζι μπέρι και το φραγκοστάφυλο που χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις καλλιεργητικής φροντίδας, αποτελούν δύο είδη τα οποία προσαρμόζονται και στις πιο ακραίες καιρικές συνθήκες παγετού, ενώ μπορούν να φυτευτούν ακόμη και σε άγονα εδάφη, υπό την προϋπόθεση βέβαια της ύπαρξης αρδευτικού συστήματος.

Πρόκειται για δύο φρούτα που ανήκουν στα λεγόμενα «super foods», που είναι γνωστά για τις πολλές διατροφικές και φαρμακευτικές τους χρήσεις με πολύ υψηλή διατροφική αξία και πλήθος ευεργετικών ιδιοτήτων. Η καλλιέργεια των δύο αυτών φρούτων ναι μεν υπόσχεται ένα ικανοποιητικό εισόδημα, ενέχει όμως και ένα ρίσκο που έχει να κάνει με την ευαισθησία των καρπών.

Η καλλιέργειά τους δεν είναι ιδιαιτέρως απαιτητική και τα κέρδη από την πώληση της παραγωγής μπορούν να φθάσουν και να ξεπεράσουν τα 1.500 ευρώ ανά στρέμμα. Παρά, ωστόσο, τις αξιοσημείωτες δυνατότητες ανάπτυξης των δύο αυτών φρούτων στην Ελλάδα, όπως επισημαίνουν γνώστες της αγοράς, προ της εγκατάστασης της καλλιέργειας θα πρέπει απαραίτητα να προηγηθεί έρευνα αγοράς και συμφωνίες με εταιρείες μεταποίησης για την απορρόφηση της παραγόμενης ποσότητας, που μπορεί να ξεπερνά τον 1 τόνο, εφόσον γίνεται ορθολογικά και με τον ενδεδειγμένο τρόπο.

Σύμφωνα με τους γνώστες των προϊόντων το καλύτερο μοντέλο παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας είναι εκείνο της ομάδας παραγωγών. Τα μέλη της ομάδας αυτής μπορούν να καλλιεργούν τα προϊόντα, τα οποία θα παραδίδουν στην ομάδα που θα συγκεντρώνει την παραγωγή και θα προβαίνει στην πρώτη μεταποίηση των καρπών του, παράγοντας χυμούς, μαρμελάδες.

Επίσης, η ομάδα πρέπει να ερευνά τις αγορές και να τροφοδοτεί με τα προϊόντα της πρώτης μεταποίησης διάφορες εταιρείες (φαρμακευτικές, τροφίμων, βιομηχανίες χυμών) του εσωτερικού και του εξωτερικού, οι οποίες θα προβαίνουν στην τελική μεταποίηση, εξασφαλίζοντας τις υψηλότερες δυνατές τιμές προς όφελος των παραγωγών.

Σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης για το φραγκοστάφυλο
Καλλιεργείται συστηματικά σε κεντρική και βόρεια Ευρώπη

Σημαντικές αποδόσεις υπόσχεται το φραγκοστάφυλο που αποτελεί ένα από τα αγαπημένα φρούτα της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Η καλλιέργειά του στην Ελλάδα είναι αρκετά περιορισμένη, ωστόσο η ζήτησή του ως μεταποιημένου προϊόντος δημιουργεί περιθώρια ανάπτυξης και στη χώρα μας.

Το φραγκοστάφυλο καλλιεργείται κυρίως στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, με τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Πολωνία να βρίσκονται στις πρώτες θέσεις των παραγωγών χωρών.

Οι χώρες αυτές βλέπουν τις εξαγωγές τους να αυξάνονται αλματωδώς τα τελευταία χρόνια, καθώς όλο και περισσότερες έρευνες επιβεβαιώνουν την υψηλή διατροφική αξία του καρπού, ενώ πλέον η χρήση του έχει επεκταθεί και σε άλλους κλάδους, όπως η βιομηχανία καλλυντικών (αιθέρια έλαια, κρέμες περιποίησης), η φαρμακοβιομηχανία κ.λπ.

Παραγωγή
Η Βρετανία είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγή στην Ευρώπη. Η συστηματική καλλιέργεια φραγκοστάφυλου στη Βρετανία ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου, όταν οι πηγές βιταμίνης C άρχισαν να σπανίζουν και οι κάτοικοι αναζητούσαν τροφές πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά.

Στην Πολωνία, οι καλλιέργειες φραγκοστάφυλου τετραπλασιάστηκαν μέσα σε 20 χρόνια ανεβάζοντας την παραγωγή περίπου σε 60.000 τόνους.

Η Γαλλία, τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός χώρα στην Ευρώπη. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της εξάγεται (κυρίως σε ασιατικές χώρες), ενώ ένα σημαντικό ποσοστό απορροφάται στην τοπική αγορά, ιδιαίτερα στην παραγωγή του λικέρ Creme de Cassis, που χρησιμοποιείται ευρέως στη χώρα.

Είναι πλούσιο σε βιταμίνη C, φυτικές ίνες και αντιοξειδωτικά στοιχεία. Εχουν τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα βιταμίνης C από όλα τα φρούτα των εύκρατων ζωνών με 177-187 mg βιταμίνης ανά 100 γραμμάρια καρπών.

Αν ληφθεί υπόψη ότι για να χαρακτηρισθεί ένα προϊόν ως φυσική πηγή βιταμίνης C, πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 10 mg ανά 100 γραμμάρια καρπού, τότε είναι εμφανής η υπεροχή του φραγκοστάφυλου.

Η σημαντική θρεπτική αξία του φραγκοστάφυλου αυξάνεται ακόμη περισσότερο, καθώς, εκτός από βιταμίνες, είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε φυτικές ίνες, περιέχοντας πάνω από 5,5 γραμμ. ανά 100 γραμμάρια καρπών.

Οι φυτικές ίνες είναι μείζονος σημασίας για την καλή λειτουργία του εντέρου, βοηθώντας παράλληλα τη δημιουργία συναισθήματος κορεσμού στο στομάχι. Εκτός από τα παραπάνω, τα φραγκοστάφυλα είναι πλούσια σε πολυφαινόλες, φυτικές ουσίες γνωστές για την αντιοξειδωτική τους δράση, καθώς έχουν την ιδιότητα να συλλαμβάνουν τις ελεύθερες ρίζες που βλάπτουν τους ιστούς του σώματος. Η κατανάλωση του καρπού εμποδίζει τον σχηματισμό τοξικών ουσιών στο σώμα, που προκαλούν γονιδιακές μεταλλάξεις, οι οποίες οδηγούν σε καρκίνο.

Το φραγκοστάφυλο μπορεί να αναπτυχθεί σε όλα τα εδάφη σε θερμοκρασίες έως -30 βαθμούς. Μπορεί να ποτίζεται είτε με εναέριο είτε με στάγδην άρδευση.

Η φύτευση γίνεται με απόσταση τριών μέτρων από το κάθε φυτό και στο στρέμμα υπολογίζεται ότι φυτεύονται 220 φυτά, με κόστος αγοράς τα 3 ευρώ ανά φυτό.

ΓΚΟΤΖΙ ΜΠΕΡΙ
25 ευρώ το κιλό πωλούνται στην αγορά οι αποξηραμένοι καρποί

Ανήκει στην κατηγορία των super foods και το αποκαλούν μούρο της ευτυχίας. Το κινέζικο φρούτο λύκιο ή γκότζι είναι περιζήτητο για τις θεραπευτικές κι ευεργετικές του ιδιότητες και μπορεί να καλλιεργηθεί ακόμα και σε άγονα εδάφη, απαιτώντας ελάχιστες φροντίδες.

Το γκότζι έχει ιστορία πολλών αιώνων χρήσης στην Κίνα, όπου εκτιμάται ιδιαίτερα για τις ιατρικές, θεραπευτικές και ευεργετικές ιδιότητές του. Μεταξύ άλλων θεωρείται ισχυρό αντιγηραντικό και ενισχυτικό της μακροζωίας.

Τα γκότζι δεν βρίσκονται σχεδόν ποτέ φρέσκα, εκτός από τις περιοχές παραγωγής τους, και συνήθως πωλούνται σε ξηρά μορφή.

Εάν σκεφτεί κανείς ότι οι εισαγόμενοι αποξηραμένοι καρποί αυτού του φυτού κοστίζουν στη λιανική αγορά περί τα 25 ευρώ το κιλό, τα 700-800 κιλά αποξηραμένου καρπού που μπορεί να αποδώσει ένα στρέμμα υπόσχονται αν μη τι άλλο ένα ιδιαίτερα ελκυστικό εισόδημα.

Το κόστος εγκατάστασης σύμφωνα με πληροφορίες προερχόμενες από γεωπόνους ανέρχεται σε 800 ευρώ το στρέμμα, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος άρδευσης και υπολογίζοντας ότι φυτεύονται 100-120 φυτά ανά στρέμμα.

Η στρεμματική απόδοση του οπωρώνα σε καρπούς φθάνει τον 1,5 τόνο (700-800 κιλά όταν αποξηρανθούν).

Είναι φυλλοβόλος θάμνος και παράγει άνθη και καρπούς σε βλαστούς της ίδιας χρονιάς. Οι καρποί του έχουν λαμπερό πορτοκαλί ή κόκκινο χρώμα.

Καλλιεργείται με επιτυχία σε μεγάλη ποικιλία εδαφών από βαριά έως αμμώδη, ενώ αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες -30°C καθώς επίσης και σε υψηλές θερμοκρασίες έως 40°C. Επίσης, αντέχει στην ξηρασία γιατί αναπτύσσει βαθύ ριζικό σύστημα αλλά στους εμπορικούς οπωρώνες η άρδευση είναι απαραίτητη το καλοκαίρι.

Φύτευση
Οι αποστάσεις φύτευσης να είναι 3-4 m μεταξύ των γραμμών και 2,5 m φυτό από φυτό, δηλαδή 100 έως 135 δέντρα το στρέμμα.

Ακολουθεί χάραξη και άνοιγμα των λάκκων, οι όποιοι πρέπει να είναι τουλάχιστο τριπλάσιοι από το μέγεθος της γλάστρας του φυτού. Αμέσως ακολουθεί πότισμα και υποστύλωση με πασσάλους 2.5 m.

Αρδευση: Μπορεί να αντέχει στην ξηρασία, αλλά στους εμπορικούς οπωρώνες είναι απαραίτητο το πότισμα το καλοκαίρι. Το πότισμα γίνεται με σταγόνα ή με μικροεκτοξευτήρες, χωρίς να βρέχονται τα φύλλα για να μην έχουμε ανάπτυξη μυκητολογικών προσβολών.

Ανάπτυξη των φυτών: Στο στάδιο αυτό πρώτη φροντίδα μας είναι η καταστροφή των ζιζανίων τόσο μεταξύ των γραμμών όσο και μεταξύ των φυτών.Το πότισμα πρέπει να εφαρμόζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα όλο το καλοκαίρι ανάλογα με τις ανάγκες του φυτού και τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες.

Το κλάδεμα αρχίζει από το πρώτο έτος με την αφαίρεση όλων των πλαγίων βλαστών έκτος ενός όπου δένεται στον πάσσαλο που έχουμε καρφώσει κατά τη φύτευση. Οταν ο κύριος βλαστός φτάσει το ύψος 1-1,2 μ. κλαδεύεται για να έχουμε πλάγιους βλαστούς. Σε αυτούς τους πλάγιους βλαστούς θα σχηματιστούν τα πρώτα άνθη και καρποί.

Η συγκομιδή του καρπού γίνεται με το χέρι, όταν οι καρποί γίνουν κόκκινοι ή πορτοκαλί, ανάλογα με την ποικιλία αφού αποκτήσουν την κατάλληλη γλυκύτητα. Χρονικά η συγκομιδή αρχίζει από τον Ιούλιο μέχρι να πέσουν οι πρώτες παγωνιές.

Η γεύση από το λύκιο μοιάζει με της σταφίδας, αφήνοντας και μια μικρή αίσθηση ντομάτας. Μπορούν να φαγωθούν ωμά ή να μαγειρευτούν. Στην Κίνα είναι αρκετά διαδεδομένη η σούπα από τον καρπό αυτό και παρασκευάζουν επίσης ένα κρασί.

Τα φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί καταναλώνονται ως λαχανικό. Ως τρόφιμο, τα αποξηραμένα γκότζι παραδοσιακά μαγειρεύονται πριν από την κατανάλωση.

Τα γκότζι θεωρούνται ως μια από τις πλουσιότερες φυσικές πηγές θρεπτικών συστατικών. Περιέχουν βήτα-Καροτίνη, βιταμίνη C, βιταμίνη Β1 και Β2, καθώς και μια σειρά άλλων βιταμινών, μεταλλικά στοιχεία, αντιοξειδωτικά και αμινοξέα. Το γκότζι περιέχει πολλούς υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, λιπαρά και διατροφικές ίνες απαραίτητα για το σώμα.

ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΝΟΣ

Πρόσθετες Πληροφορίες

Διαβάστηκε 4388 φορές

Σχετικά άρθρα (βάσει ετικέτας)